Αυτόν τον Σεπτέμβρη συμπληρώνω τα 15 χρόνια που χρησιμοποιώ το Linux ως το ένα και μοναδικό λειτουργικό σύστημα που βρίσκεται εγκατεστημένο στους σκληρούς δίσκους των φορητών και σταθερών υπολογιστών μου (προηγήθηκαν σχεδόν δυόμιση χρόνια με dual boot).

Όντας αρκετά πιο νέος και ενθουσιώδης, τότε -και σαφώς σε διαφορετικές καταστάσεις- έχω δοκιμάσει αμέτρητες διανομές και έχω (ακόμα) μια τεράστια συλλογή με CDs και DVDs διανομών Linux αρκετά κιλά βαριά, όπως και μια πιο ογκώδη με περιοδικά ελληνόγλωσσα και ξενόγλωσσα.

Έχω κάνει όλα εκείνα που τώρα φαντάζουν γραφικά, όπως ψύξη φορητών υπολογιστών σε φρουτολεκάνες ψυγείων ή ψύξη με δύο επιδαπέδιους ανεμιστήρες σε σταθερούς, μόνο και μόνο για να ολοκληρωθεί η εγκατάσταση μιας διανομής (γεια σου Slackware) ή ένα compiling.

Έχω παρακολουθήσει συνέδρια, έχω προλάβει τα παιδιά του HELLUG να τους αποκαλούν «πιονέρους του Linux στην Ελλάδα», έχω δει συλλόγους του χώρου να δημιουργούνται, να διασπώνται και να διαλύονται. Διανομές να έρχονται και να παρέρχονται, ανθρώπους κάθε ηλικίας να ανακαλύπτουν με ενθουσιασμό το Linux desktop και ανθρώπους να φεύγουν από αυτό φανερά απογοητευμένοι.

Η ουτοπία του Linux desktop

Από το 2005, όμως, θυμάμαι να προσδοκούμε όλοι τη λεγόμενη «χρονιά του Linux desktop». Αμέτρητο διαδικτυακό μελάνι είχε χυθεί για αυτό με ατελείωτες συζητήσεις, τόσο στα (λίγα, την εποχή εκείνη) Linux fora όσο και στα έντυπα και ψηφιακά περιοδικά, συμπεριλαμβανομένου και του ελληνόφωνου «Linux Format».

Με όλα αυτά που συνέβαιναν στον χώρο του Linux, με ένα desktop και τεχνολογίες που βρίσκονταν μόνιμα στην αιχμή των εξελίξεων, σχεδόν πάντα καταλήγαμε πως η επόμενη χρόνια θα ήταν αυτή που περιμέναμε. Πόσο μάλλον που απέναντι, ως βασικός αντίπαλος, υπήρχε το φάντασμα των Windows XP, με τις γνωστές αρρωστημένες καταστάσεις τους που βιώναμε άπαντες. Όμως, πέρασαν τόσα χρόνια από τότε και το ποσοστό του Linux desktop έχει ανέλθει μόλις στο 5% παγκοσμίως (αν πιστέψουμε τα στατιστικά).

Άραγε, αυτό σημαίνει πως το Linux αποδείχτηκε «λίγο» και είναι ένα κακό λειτουργικό σύστημα; Η απάντηση εδώ είναι σύντομη και κατηγορηματική: «όχι». Γύρω σας, δίπλα σας, σχεδόν τα πάντα τρέχουν Linux. To Android, τα Chromebooks, τα routers και ένα σωρό μικρές και μεγάλες συσκευές, από φωτογραφικές μηχανές και συστήματα αυτοκίνητων μέχρι τηλεοράσεις, ψυγεία και οτιδήποτε άλλο μπορείτε να φανταστείτε. Το ίδιο το Διαδίκτυο, άλλωστε, βασίζεται στο Linux.

Από το «καρκινικό Linux» του Steve Ballmer, περάσαμε στο «Microsoft ❤️ Linux» του Satya Nadella και την είσοδο της Microsoft στο Linux Foundation το 2016, με αποκορύφωμα την ενσωματωμένη, υβριδική χρήση του Linux στα Windows (WSL).

Όμως, για μισό λεπτό. Εδώ δε μιλάμε για το Linux σκέτο (βλέπε πυρήνας) μα για το «Linux desktop». Για το λειτουργικό σύστημα, δηλαδή, που τρέχουμε στους υπολογιστές μας, με τo παραθυρικό περιβάλλον και τις εφαρμογές του. Εδώ, έστω και με μειωμένα ποσοστά συγκριτικά με προηγούμενες δεκαετίες, υπερτερούν ακόμα τα Windows στις διάφορες εκδόσεις τους.

Πότε θα έρθει, επιτέλους, «η χρονιά του Linux»;

Άρα; Θα συμβεί κάποια στιγμή η πολυπόθητη «χρονιά του Linux desktop»; Και εδώ η απάντηση είναι εξίσου σύντομη και κατηγορηματική: «όχι, δε θα συμβεί ποτέ». Γιατί όμως;

Δεν αμφιβάλλω πως, πλέον, οι σύγχρονες συσκευές Android είναι εκπληκτικές και περιέχουν αρκετή από τη «μαγεία» που ονειρευόμασταν σε προγενέστερες εποχές. Μάλλον, το ίδιο ισχύει και για τα Chromebooks της Google, ιδιαίτερα αυτά της σειράς «Pixel». Τα οποία, όμως, δεν είναι σε καμία περίπτωση επιτραπέζιοι υπολογιστές.

Βλέπετε, έχουμε περάσει στην εποχή της φορητότητας και η συντριπτική πλειονότητα των ανθρώπων συνδέεται στο Διαδίκτυο από φορητές συσκευές, αφού πια η δικτύωση υπάρχει σχεδόν σε κάθε γωνιά του πλανήτη. Ακόμα και ο πάλαι ποτέ μεγάλος «αντίπαλος», τα Windows, έχουν εγκαταλείψει αυτό το οποίο μέχρι τώρα γνωρίζαμε ως «παραδοσιακό desktop».

Είναι γεγονός πως η αγορά των συμβατικών υπολογιστών έχει πέσει κατακόρυφα. Όμως, δεν είναι μόνο αυτό. Στις μέρες μας το Διαδίκτυο είναι εξίσου σημαντικό για σταθερούς και φορητούς υπολογιστές, όπως ήταν κάποτε οι σκληροί δίσκοι. Έτσι, ακόμα και αν εταιρείες κυκλοφορούν μηχανήματα με προεγκατεστημένο Linux ή με δυνατότητα επιλογής του αγοραστή, δε θα αλλάξει κάτι στα ποσοστά.

Σαφώς, τόσο τα Windows 10 όσο και το ChromeOS μπορούν να λειτουργήσουν χωρίς σύνδεση στο Διαδίκτυο αλλά η δύναμή τους φαίνεται με τα αντίστοιχα clouds τους. Και αυτό επειδή και τα δύο είναι υβριδικά desktop/cloud λειτουργικά συστήματα.

Η Google κυκλοφορεί τα Chromebooks της με πολύ μικρο δίσκο SSD, συνήθως 32GB. Προφανώς, επειδή προσφέρει τουλάχιστον 100GB δωρεάν αποθηκευτικού χώρου στο Google Drive για δύο χρόνια με κάθε συσκευή, ενώ στην περίπτωση του Pixel δίνει κάποια TB για τρία χρόνια. Αντίστοιχα από την πλευρά της Microsoft, οι συνδρομητές του Office 365 έχουν απεριόριστο χώρο αποθήκευσης στο OneDrive. Παρόμοια πράττει και η Apple, που μεταφέρει το MacOS στο cloud, ασχέτως των προβλημάτων του iCloud.

Αν το δούμε ρεαλιστικά, και σύμφωνα με τις προβλέψεις και τους στόχους των πολυεθνικών της τεχνολογίας (που, κακά τα ψέματα, αυτές καθορίζουν το «παιχνίδι»), στο πολύ άμεσο μέλλον, πάνω από το 90% των ανθρώπων θα εργάζονται με υβριδικά λειτουργικά συστήματα.

Άλλωστε, πάρα πολλοί είναι αυτοί που ήδη έχουν σταματήσει εντελώς να χρησιμοποιούν συμβατικούς υπολογιστές. Και αυτή η τάση θα συνεχιστεί, ακόμα και αν οι πωλήσεις των tablets δεν πάνε τόσο καλά όπως τα προηγούμενα χρόνια.

Σίγουρα, θα υπάρχουν μερικοί «σκληροπυρηνικοί» που θα εξακολουθούν να χρησιμοποιούν συμβατικούς υπολογιστές. Είναι αυτοί που θέλουν πραγματικό έλεγχο του υλισμικού (hardware) και του λογισμικού (software) τους. Αυτοί που θέλουν πραγματική ασφάλεια. Εν ολίγοις, είναι τα ίδια άτομα που χρησιμοποιούν ήδη Linux.

Παράδοξη «νίκη» χωρίς αντίπαλο

Παραδόξως, υπάρχει η πιθανότητα το Linux desktop να γίνει το κορυφαίο επιτραπέζιο λειτουργικό σύστημα μέσα στα επόμενα 5-10 χρόνια, με πολύ περιορισμένο τρόπο όμως.

Αυτό θα συμβεί επειδή απλώς δε θα έχουν απομείνει πολλοί παραδοσιακοί επιτραπέζιοι υπολογιστές. Οι υπόλοιποι θα εργάζονται με το ένα πόδι στο cloud και με το άλλο σε μια ποικιλία συσκευών, όπως π.χ. τα Chromebooks και τα Surfaces.

Συμπτώματα και αιτίες

Εδώ, όμως, προκύπτει και η εύλογη απορία: 30 χρόνια, από το 1991 που εμφανίστηκε το Linux, τι φταίει και δεν τα κατάφερε ένα τόσο πρωτοπόρο λειτουργικό σύστημα να κυριαρχήσει;

Χρήμα

Καταρχάς, ο οικονομικός παράγοντας. Κάπου είχα διαβάσει πως μόνο τους ανθρώπους που παίρνουν ναρκωτικά και αυτούς που χρησιμοποιούν την τεχνολογία τους αποκαλούν «χρήστες». Είναι πασιφανές πως η ανοιχτή και ελεύθερη φύση του Linux δε μπορεί να είναι τόσο κερδοφόρα, όπως όλα όσα βασίζονται σε κλειστό κώδικα (τουλάχιστον στον τομέα του desktop).

Κατακερματισμός

Αυτή είναι, μάλλον, η πιο συνηθισμένη εξήγηση. Τόσα πολλά γραφικά περιβάλλοντα, τόσες πολλές διανομές. Αν και νομίζω πως αυτό είναι είναι περισσότερο σύμπτωμα παρά αιτία.

Εάν κάποιος είχε παρουσιάσει ένα μοντέλο αρκετά ισχυρό για να αφήσει το Linux desktop να ξεφύγει από την περιορισμένη τρέχουσα θέση του τεχνικού χρήστη, τότε είμαι πλέον πεπεισμένος ότι το μοντέλο θα ήταν επίσης αρκετά ισχυρό για να αφήσει πίσω τον κατακερματισμό του Linux desktop για όλους τους πρακτικούς σκοπούς.

Επειδή σε αυτό το σημείο οι εναλλακτικές επιφάνειες εργασίας για το Linux θα ήταν τόσο σημαντικές όσο είναι τα εναλλακτικά κελύφη για τα Windows.

Συνοπτικά, λοιπόν, ο κατακερματισμός σίγουρα δεν έχει βοηθήσει και εξακολουθεί να μην είναι χρήσιμος, αλλά είναι πιθανώς ένα πρόβλημα που έχει υπερεκτιμηθεί.Christian Schaller – Senior Desktop Manager, Red Hat

Η αδιαφορία της Red Hat

Αυτό που δεν ανέφερε ο Schaller, ως εργαζόμενος της Red Hat, είναι πως μεγάλο μερίδιο ευθύνης έχει αυτή η εταιρεία, που θα μπορούσε να «επιβάλλει» ένα ενιαίο Linux desktop. Δεν είχε, όμως, τη θέληση και τη διάθεση να ασχοληθεί με αυτό. Να κάνει, δηλαδή, ένα πρότυπο.

Tο αστείο της υπόθεσης είναι πως η Red Hat ιδρύθηκε ως εταιρεία Linux για επιτραπέζιους υπολογιστές. Για τον λόγο αυτόν, μάλιστα, δημιούργησε το «Red Hat Advanced Development Labs», προσλαμβάνοντας μια σειρά από βασικούς προγραμματιστές του GNOME.

Στην πορεία όμως, μάλλον λόγω της πολεμικής από τη Microsoft (σ.σ. εξηγώ το γιατί λίγο πιο κάτω), στράφηκε στους διακομιστές με την εισαγωγή του Red Hat Enterprise Linux και η επιφάνεια εργασίας άρχισε γρήγορα να παίζει δευτερεύοντα ρόλο.

Η αποτυχία της Canonical

Ίσως δυσαρεστήσω κάποιους αλλά όχι, ούτε η Canonical τα κατάφερε. Ναι μεν έκανε περισσότερους ανθρώπους να ασχοληθούν και να μιλάνε για το Linux, όμως το όραμα που είχε στις αρχές ο Mark Shuttleworth βάλτωσε στην πορεία. Κάτι αναμενόμενο, αν σκεφτούμε πως οι διοικητικοί της υπάλληλοι ήταν σχεδόν διπλάσιοι από τους προγραμματιστές και τεχνικούς και πως το marketing του Ubuntu, στην ουσία, είχε ανατεθεί σε χαζοχαρούμενα Αγγλάκια bloggers.

Θα σταθώ στο Ubuntu λίγο ακόμα, αφού διαδραμάτισε σημαντικό ρόλο, ασχέτως αν το επιχειρηματικό μοντέλο της Canonical κατέρρευσε.

Η Canonical, λοιπόν, ξεκίνησε με στόχο να αποκτήσει πολύ γρήγορα μια μεγάλη βάση ανθρώπων που θα χρησιμοποιούσαν το Ubuntu. Και σε μεγάλο βαθμό το πέτυχε. Η ταχυδρομική αποστολή δωρεάν CDs στα μέσα της δεκαετίας του 2000 βοήθησε αρκετούς ανθρώπους -που δεν είχαν καλή σύνδεση εκείνη την εποχή- να εγκαταστήσουν μια διανομή Linux.

Βέβαια, αυτό το έκανε επειδή -εκείνα τα χρόνια- είχε τη διορατικότητα να δει όλες τις προκλήσεις για τη δημιουργία εσόδων που παρείχε ο ανταγωνισμός από τη Microsoft. Όμως τελικά, αυτό που συνέβη ήταν το Ubuntu να ανταγωνίζεται όλες τις υπόλοιπες διανομές· κάποιες φορές απροκάλυπτα. Ίσως, αυτό να ήταν και ο βασικός λόγος που η εταιρεία δεν είδε τα έσοδά της να αυξάνονται, από προσπάθειες όπως το AppStore ή συνεργατών της, για να της επιτρέψει να επανεπενδύσει σοβαρά στο Linux desktop.

Εντούτοις, δεν επικρίνω την Canonical ή τον Shuttleworth με αυτά. Και έχω την εντύπωση πως κανείς άλλος δε θα μπορούσε να βρει κάποια διαφορετική, καλύτερη στρατηγική εκείνα τα χρόνια.

Απουσία «brand names» σε εφαρμογές

Κατά το παρελθόν, τόσο εδώ στο os.arena όσο και διάφορες ομιλίες, χρειάστηκε αρκετές φορές να εξηγήσω αυτό που έλεγα, πως είναι πιο εύκολο να μεταβεί και να χρησιμοποιήσει το Linux κάποιος που τώρα ξεκινά με την τεχνολογία ή ένας που δε χρειάζεται απαιτητικές εφαρμογές, παρά οποιοσδήποτε άλλος.

Αυτό είναι λογικό, αφού η υιοθέτηση μιας νέας πλατφόρμας είναι πάντα ευκολότερη αν μπορούμε να έχουμε τις εφαρμογές που ήδη γνωρίζουμε. Έτσι, η έλλειψη λογισμικών όπως το MS Office και το Adobe Photoshop απομάκρυνε πάντα την πιθανότητα αλλαγής.

Προσθέστε σε αυτά και άλλους παράγοντες, όπως είναι η ασυμβατότητα σε μορφές αρχείων, η έλλειψη ορισμένων γραμματοσειρών, δυνατοτήτων και λειτουργιών. Αν και τα περισσότερα από αυτά έχουν, πλέον, λυθεί, πέρασαν αρκετά χρόνια και αυτά τα πράγματα αποθάρρυναν τους ανθρώπους. Φυσικά, υπάρχουν ακόμα εφαρμογές που δεν είναι διαθέσιμες για Linux, κάτι που εμποδίζει τους πιθανούς χρήστες να το υιοθετήσουν ως βασικό desktop.

Είναι τόσο απλό: οι άνθρωποι αγοράζουν υπολογιστές για να κάνουν κάτι με αυτούς. Το λειτουργικό σύστημα δεν είναι σημαντικό, οι εφαρμογές είναι το παν.

Η χρονιά του Linux 2019

Gaming

Από τα πρώιμα χρόνια των υπολογιστών, εμφανίστηκαν και τα παιχνίδια. Σε πρωτόγονη μορφή αρχικά, αρκετά μόνο με text και στη συνέχεια με νηπιακά γραφικά, μα ήδη το βήμα είχε γίνει και η κυριαρχία των παιχνιδομηχανών -που επικρατούσαν τότε- πολύ σύντομα θα αμφισβητούνταν από αυτό που λίγο αργότερα ονομάστηκε «προσωπικός υπολογιστής».

Ακόμα και η υιοθέτηση του Linux από τη Valve (μέσω του Steam), ελάχιστα άλλαξε τα πράγματα όσον αφορά τα ποσοστά και εκτός αυτού, ήδη είχαν περάσει δεκαετίες. Υπάρχουν μέχρι σήμερα παιχνίδια τα οποία είναι αδύνατο να τρέξουν στο Linux (βέβαια, είναι αρκετοί οι λόγοι για αυτό μα δεν έχει νόημα στο παρόν να τους αναλύσουμε). Μάλιστα, δημοφιλή παιχνίδια όπως το «Player Unknown: Battlegrounds» φαίνεται να προκάλεσαν μείωση του μεριδίου αγοράς του Linux desktop, το 2017.

Έλλειψη σταθερότητας API και ABI

Ένα ακόμα σημαντικό στοιχείο, με το οποίο μπορεί να μην έχουν καμία επαφή οι άνθρωποι που απλά χρησιμοποιούν ένα λειτουργικό σύστημα μα πονοκεφαλιάζει τους προγραμματιστές, είναι η συχνή αλλαγή των APIs/ABIs που προσθέτει επιπλέον δουλειά, χωρίς πάντα να αποφέρει άμεσα οφέλη στις εφαρμογές τους.

Η φιλοσοφία του πακεταρίσματος στο Linux διεύρυνε αυτό το πρόβλημα. Προφανώς, αν παλιότερα το ποσοστό του Linux ήταν μεγαλύτερο, θα ήταν διαφορετικά τα πράγματα. Μα μιλάμε για ένα ποσοστό που μετά βίας έφτανε το 1%.

Αν και σήμερα υπάρχουν, πλέον, τεχνολογίες όπως τα Flatpak, Snap και AppImage που επιτρέπουν το «ανεξάρτητο» και πιο εύκολο πακετάρισμα, είναι εμφανές πως ήρθαν αρκετά καθυστερημένα.

Πειρατεία

Η μεγαλύτερη προσδοκία της κοινότητας του Linux από τις πρώτες μέρες, ήταν η ιδέα ότι ένα λειτουργικό σύστημα ανοιχτού κώδικα θα βοηθούσε περισσότερους ανθρώπους να αντέξουν οικονομικά τη λειτουργία ενός υπολογιστή, και έτσι να λάβουν μέρος στις οικονομικές ευκαιρίες που θα προσφέρει η ψηφιακή εποχή.

Ιδιαίτερα για τον χώρο των υπολογιστών, ο ωκεανός που χώριζε τις ΗΠΑ -που ήταν η έδρα της Microsoft- από την Ευρώπη, θα έκανε ανθρώπους που δεν είχαν χρησιμοποιήσει ως τότε υπολογιστή πιο δεκτικούς στην υιοθέτηση ενός Linux desktop. Συν τις θέσεις εργασίας και τις οικονομικές ευκαιρίες που θα παρουσιάζονταν.

Όμως, οι περισσότεροι από αυτούς τους πιθανούς χρήστες Linux διαπίστωσαν πως ένα πειρατικό αντίγραφο των Windows καλύπτει τις ανάγκες τους εξίσου ή περισσότερο, με αποτέλεσμα, να επιλέξουν τη χρήση «σπασμένων» Windows.

Μελέτες έχουν διαπιστώσει ότι περίπου το 70% του λογισμικού στην Κίνα είναι χωρίς άδεια. Κάτι που σημαίνει ότι οι περισσότεροι χρήστες δεν πληρώνουν τη Microsoft για τις άδειες χρήσης των Windows.

Οπότε, γιατί να χρησιμοποιήσουν Linux, όταν έχουν ήδη ένα «δωρεάν» λειτουργικό σύστημα; Ας μην ξεχνάμε πως, ιδιαίτερα τις εποχές εκείνες που έβλεπε τον κίνδυνο από τον ανταγωνισμό του Linux, η Microsoft δεν έκανε και τίποτε σοβαρό προκειμένου να αντιμετωπίσει αυτή τη μορφή πειρατείας.

Συνεπώς, το επιχείρημα της τιμολογιακής πολιτικής της Microsoft στον επιχειρηματικό τομέα κατέρρευσε γρήγορα, αφού ήταν αδύνατο να καταπολεμηθεί η μορφή του «δωρεάν» πειρατικού λογισμικού.

Έλλειψη εργοστασιακής υποστήριξης

Η πρώτη διανομή που είχα εγκαταστήσει ήταν μια έκδοση του SUSE. Παιδεύτηκα μία ολόκληρη εβδομάδα για να μπορέσω να κάνω την κάρτα δικτύου να λειτουργήσει. Είχα ζητήσει βοήθεια από πιο έμπειρους, στα τότε γραφεία του HELLUG, μα και αυτοί δυσκολεύτηκαν. Άλλες φορές πάλι, είχα πρόβλημα με τον ήχο, καθώς η αντίστοιχη κάρτα δεν υποστηριζόταν.

Παρόμοια θέματα είχαν πολλοί ακόμα άνθρωποι, με δεκάδες αστοχίες υλικού. Ο λόγος ήταν πως κανένας κατασκευαστής, τότε, δεν παρείχε υποστήριξη για το Linux. Μπορεί σήμερα αρκετοί, με προεξέχουσα τη Dell, να έχουν αλλάξει προσέγγιση, όμως οι μνήμες παραμένουν. Εν έτει 2020, συναντώ ακόμα ανθρώπους που είχαν ακούσει παλιότερα για τη μη υποστήριξη υλικού σε Linux και είναι επιφυλακτικοί.

Επιθετική πολιτική της Microsoft

Αρκετοί δεν το αντιλαμβάνονται αλλά η Microsoft υπήρξε η εταιρεία που πάντα καθυστερούσε την τεχνολογία, την ανάπτυξη και τα τεχνολογικά οράματα. Οι λεκτικές επιθέσεις της προς το Linux desktop ήταν πάμπολλες, όμως τον σημαντικότερο ρόλο τον έπαιξε η επιθετική της πολιτική απέναντι στο Linux, που από τη πρώτη στιγμή το αντιμετώπισε ως έναν επικίνδυνο εχθρό που θα μπορούσε να τη γκρεμίσει από το ηγεμονικό βάθρο που με τόσο κόπο, χρήμα και δολοπλοκίες είχε κατακτήσει.

Ιδιαίτερα τα πρώτα 10 με 15 χρόνια, η εταιρεία αγωνίστηκε σκληρά προκειμένου να αρπάξει το οποιοδήποτε μερίδιο προέκυπτε από την επέκταση του Linux desktop. Κάθε επιχειρηματικό άνοιγμα που αφορούσε το Linux, έβρισκε απέναντί του την παντοδύναμη Microsoft.

Για παράδειγμα, κάπου στις αρχές του 2000, η Novell με το SUSE είχε προσπαθήσει να δημιουργήσει ένα βιώσιμο επιχειρηματικό μοντέλο, εξαγοράζοντας την εταιρεία Helix Code και ανακοινώνοντας μια μεγάλη συμφωνία για υπολογιστές που έρχονταν με προεγκατεστημένο Linux. Αμέσως, η Microsoft έτρεξε να προσφέρει τα δίπλα, με δωρεάν άδειες χρήσης των Windows. Το ίδιο συνέβη λίγο πιο μετά με τη Mandriva μα και με κάμποσες ακόμα αντίστοιχες προσπάθειες.

Ως αποτέλεσμα, η όποια τέτοια προσπάθεια κατέληγε, τελικά, σε αέναη διαπραγμάτευση καλύτερων τιμών από τη Microsoft, επιφέροντας αδράνεια στην αγορά. Το επίπεδο των τιμών κατέληξε τόσο χαμηλό που, πλέον, απαιτούσε γιγάντιους όγκους για να γίνει κερδοφόρο, κάτι που είναι δύσκολο να επιτευχθεί γρήγορα όταν πολεμάς εναντίον ενός ηγέτη της αγοράς.

Έτσι, η αντιμετώπιση της Microsoft εναντίον του Linux υπήρξε επιτυχής, ακόμα και αν κινδύνευσε να καταρρεύσει το επιχειρηματικό μοντέλο της χρέωσης-ανά-αντίγραφο πάνω στο οποίο χτίστηκε.

Βέβαια αυτό το πλήρωσε πολλά χρόνια αργότερα, όταν είχε να αντιμετωπίσει τα Android και iOS, τα οποία βασίζονταν σε επιχειρηματικά μοντέλα όπου το κόστος του λειτουργικού συστήματος θεωρήθηκε μηδενικό. Κάτι που έφερε και τον θάνατο του Windows Phone. Όμως, για το Linux desktop ήταν πια αργά, αφού τα κρίσιμα χρόνια είχαν περάσει.

Παράγοντας Apple

Αρκετοί είναι αυτοί που υποστηρίζουν πως η ύπαρξη του OSX -ιδιαίτερα όταν αυτό πέρασε στο πρότυπο BSD- είχε αρνητικά αποτελέσματα για την επέκταση του Linux desktop. Ωστόσο, αυτό είναι εξαιρετικά δύσκολο να ποσοτικοποιηθεί, αφού ακόμα και αν η Apple έπαυε να υπάρχει, είναι αμφίβολο αν το Linux θα κέρδιζε ένα τόσο σημαντικό κομμάτι με το οποίο θα μπορούσε να αντεπιτεθεί στην αγορά. Άλλωστε, σήμερα το MacOS είναι κάτω από το 10% παγκοσμίως.

Εντελώς αναφορικά, θα μπορούσαμε να προσθέσουμε και ορισμένους ακόμα λόγους όπως:

  • Μια ξέφρενη ταχύτητα ανάπτυξης, ενώ τα μεγάλα σφάλματα (bugs) παραμελούνταν.
  • Ελάχιστη ως ανύπαρκτη συνεργασία ανάμεσα στα διάφορα έργα τις περισσότερες φορές.
  • Οι στόχοι του Linux είναι συχνά τόσο δογματικοί που χάνονται οι τελικές χρήσεις του πραγματικού κόσμου.
  • Τα πάλαι ποτέ προβλήματα με τις αναβαθμίσεις του πυρήνα όπου το σύστημα «έσπαγε». Με απλά λόγια, σε φορητούς ή επιτραπέζιους υπολογιστές, η απογοήτευση των χρηστών πρέπει να είναι μηδενική.
  • Ο φόβος του τερματικού. Ακόμα και αν, πλέον, μπορεί ένας αδαής να χρησιμοποιήσει ένα Linux desktop μόνο από το γραφικό περιβάλλον, για δυο δεκαετίες το τερματικό ήταν η μόνη λύση για την αντιμετώπιση των περισσοτέρων προβλημάτων. Μπορεί αυτό, σε εμάς που έχουμε εξοικειωθεί, να φαίνεται ασήμαντο και δεδομένο, δεν ισχύει όμως για την πλειονότητα των ανθρώπων. Και, όπως είπα και πιο πάνω, οι μνήμες μένουν.

Σίγουρα, υπάρχουν και άλλοι μικρότεροι παράγοντες που όμως, είναι δευτερευούσης σημασίας. Όσον αφορά τον ελιτισμό που είχαν κάποιοι παλιότεροι Linuxάδες, προτιμώ να μην αναφερθώ επειδή από τη μια έκανε κακό μακροπρόθεσμα μα από την άλλη οι περισσότεροι από αυτούς προσέφεραν πάρα πολλά πράγματα.

Το Linux σε έναν κόσμο που αλλάζει

Ο κόσμος αλλάζει συνεχώς, πόσο μάλλον όσα αφορούν την τεχνολογία. Ακόμα και αν οι υπολογιστές -όπως τους γνωρίσαμε- οδεύουν στο λυκόφως τους, το Linux θα συνεχίσει να είναι παρόν, να κινεί τις ζωές μας και να εξελίσσεται, παραμένοντας συνεχώς στην τεχνολογική αιχμή.

Και αν, παρόλα όσα αναφέρθηκαν, επιμένει κάποιος στην ερώτηση για το ποια διανομή Linux θα μπορούσε να αποτελέσει ένα πρότυπο, η δική μου απάντηση πια είναι εντελώς διαφορετική από αυτή που έδινα κάποια χρόνια πριν. Τότε απαντούσα «Ubuntu, Fedora ή openSUSE». Τώρα, μάλλον συγκλίνω με την άποψη που έχουν αρκετοί άνθρωποι του χώρου, θεωρώντας πως όλα τα φόντα για ένα πρότυπο Linux desktop τα συγκεντρώνει η διανομή Endless OS.

Όπως και να έχει, οφείλω να πω ότι η επαφή μου με το Linux με άλλαξε αρκετά ως άνθρωπο. Τόσο σε σημεία της κοσμοθεωρίας μου όσο και στην αντίληψη μου για την τεχνολογία, και σίγουρα στη διαδικτυακή μου συμπεριφορά. Και αυτό είναι κάτι που μόνο οι απανταχού Linuxάδες μπορούν να κατανοήσουν πλήρως. Linux για πάντα, λοιπόν!



Source link

Χριστιάννα Καλλίρη

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *